しゃく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανασκάπτω, εξορύσσω, κοιλαίνω
  2. 02 αποκοιμίζω, μεταγγίζω με κουτάλα, αντλώ (υγρό)
  3. 03 τινάξω (το πηγούνι μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
決る
Παρόν (ευγενικό)
決ります
Άρνηση (απλή)
決らない
Άρνηση (ευγενική)
決りません
Παρελθόν (απλό)
決った
Παρελθόν (ευγενικό)
決りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決りませんでした
Τε-μορφή
決って
Δυνητική
決れる
Προστακτική
決れ
Βουλητική
決ろう
Υποθετική (ば)
決れば