けっていづける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφασίζω (π.χ. ένα αποτέλεσμα), καθορίζω, προσδιορίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
決定づける
Παρόν (ευγενικό)
決定づけます
Άρνηση (απλή)
決定づけない
Άρνηση (ευγενική)
決定づけません
Παρελθόν (απλό)
決定づけた
Παρελθόν (ευγενικό)
決定づけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決定づけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決定づけませんでした
Τε-μορφή
決定づけて
Δυνητική
決定づけられる
Προστακτική
決定づけろ
Βουλητική
決定づけよう
Υποθετική (ば)
決定づければ