決定的
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθοριστικός, οριστικός, τελικός, αποφασιστικός, καταληκτικός
Παραδείγματα
-
これは決定的な瞬間です。
Αυτή είναι μια καθοριστική στιγμή.
-
彼の一言が、事態を決定的に変えました。
Η μία του λέξη άλλαξε αποφασιστικά την κατάσταση.
-
今回の調査で得られた証拠は、事件の解決に決定的な役割を果たしました。
Τα στοιχεία που αποκτήθηκαν από την τρέχουσα έρευνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επίλυση της υπόθεσης.