けっしんらぐ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπαναχωρώ από την απόφασή μου, κλονίζεται η αποφασιστικότητά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
決心が揺らぐ
Παρόν (ευγενικό)
決心が揺らぎます
Άρνηση (απλή)
決心が揺らがない
Άρνηση (ευγενική)
決心が揺らぎません
Παρελθόν (απλό)
決心が揺らいだ
Παρελθόν (ευγενικό)
決心が揺らぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決心が揺らがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決心が揺らぎませんでした
Τε-μορφή
決心が揺らいで
Δυνητική
決心が揺らげる
Προστακτική
決心が揺らげ
Βουλητική
決心が揺らごう
Υποθετική (ば)
決心が揺らげば