決着がつく
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φτάνω σε κατάληξη, διευθετούμαι (για διαφορά), οριστικοποιούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 決着がつく
- Παρόν (ευγενικό)
- 決着がつきます
- Άρνηση (απλή)
- 決着がつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 決着がつきません
- Παρελθόν (απλό)
- 決着がついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 決着がつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 決着がつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 決着がつきませんでした
- Τε-μορφή
- 決着がついて
- Δυνητική
- 決着がつける
- Προστακτική
- 決着がつけ
- Βουλητική
- 決着がつこう
- Υποθετική (ば)
- 決着がつけば
- Υποθετική (たら)
- 決着がついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 決着がつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 決着がつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 決着がつきなさい
- Παθητική
- 決着がつかれる
- Αιτιατική
- 決着がつかせる