けっちゃくをつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διευθετώ, επιλύω (μια διαφορά)

Παραδείγματα

  • 問題もんだい決着けっちゃくをつけます

    Θα λύσω το πρόβλημα.

  • 長引ながびいている議論ぎろんにそろそろ決着けっちゃくをつけるべきです。

    Θα πρέπει να διευθετήσουμε σύντομα αυτή τη μακροχρόνια συζήτηση.

  • 両者りょうしゃ納得なっとくできるようなかたちで、この紛争ふんそう決着けっちゃくをつけることが重要じゅうようだ。

    Είναι σημαντικό να επιλυθεί αυτή η διαμάχη με τρόπο που να είναι αποδεκτός και για τα δύο μέρη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
決着をつける
Παρόν (ευγενικό)
決着をつけます
Άρνηση (απλή)
決着をつけない
Άρνηση (ευγενική)
決着をつけません
Παρελθόν (απλό)
決着をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
決着をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決着をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決着をつけませんでした
Τε-μορφή
決着をつけて
Δυνητική
決着をつけられる
Προστακτική
決着をつけろ
Βουλητική
決着をつけよう
Υποθετική (ば)
決着をつければ