けっこう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτελώ (με αποφασιστικότητα), πραγματοποιώ (π.χ. ένα σχέδιο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
決行する
Παρόν (ευγενικό)
決行します
Άρνηση (απλή)
決行しない
Άρνηση (ευγενική)
決行しません
Παρελθόν (απλό)
決行した
Παρελθόν (ευγενικό)
決行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決行しませんでした
Τε-μορφή
決行して
Δυνητική
決行できる
Προστακτική
決行しろ
Βουλητική
決行しよう
Υποθετική (ば)
決行すれば