決起
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεσηκωμός, ενεργοποίηση, εγερτήριο κάλεσμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 決起する
- Παρόν (ευγενικό)
- 決起します
- Άρνηση (απλή)
- 決起しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 決起しません
- Παρελθόν (απλό)
- 決起した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 決起しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 決起しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 決起しませんでした
- Τε-μορφή
- 決起して
- Δυνητική
- 決起できる
- Προστακτική
- 決起しろ
- Βουλητική
- 決起しよう
- Υποθετική (ば)
- 決起すれば
- Υποθετική (たら)
- 決起したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 決起したい
- Απαγορευτική (~な)
- 決起するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 決起しなさい
- Παθητική
- 決起される
- Αιτιατική
- 決起させる