沈しずむ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βυθίζομαι, καταδύομαι
  2. 02 δύω (για ήλιο), βασιλεύω, κατεβαίνω, πέφτω
  3. 03 μελαγχολώ, σκοτεινιάζω, νιώθω κατάθλιψη, γίνομαι καταθλιπτικός

Παραδείγματα

  • 太陽たいようが沈しずむ。

    Ο ήλιος δύει.

  • 船ふねが海うみに沈しずんだ。

    Το πλοίο βυθίστηκε στη θάλασσα.

  • 彼かれの気分きぶんは、失敗しっぱいの知しらせを聞きいてすっかり沈しずんでしまった。

    Η διάθεσή του έπεσε εντελώς αφού άκουσε τα νέα της αποτυχίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
沈む
Παρόν (ευγενικό)
沈みます
Άρνηση (απλή)
沈まない
Άρνηση (ευγενική)
沈みません
Παρελθόν (απλό)
沈んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
沈みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
沈まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
沈みませんでした
Τε-μορφή
沈んで
Δυνητική
沈める
Προστακτική
沈め
Βουλητική
沈もう
Υποθετική (ば)
沈めば