ちんぎん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μουρμουρητό, στοχασμός, επιμελής επεξεργασία ποιήματος, βογκητό από αγωνία

Κλίση

Παρόν (απλό)
沈吟する
Παρόν (ευγενικό)
沈吟します
Άρνηση (απλή)
沈吟しない
Άρνηση (ευγενική)
沈吟しません
Παρελθόν (απλό)
沈吟した
Παρελθόν (ευγενικό)
沈吟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
沈吟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
沈吟しませんでした
Τε-μορφή
沈吟して
Δυνητική
沈吟できる
Προστακτική
沈吟しろ
Βουλητική
沈吟しよう
Υποθετική (ば)
沈吟すれば