沈降
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθίζηση (π.χ. ερυθρών αιμοσφαιρίων), καθιζάνον υλικό, καθίζημα
- 02 καθίζηση (π.χ. εδάφους), βύθιση, καταβύθιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 沈降する
- Παρόν (ευγενικό)
- 沈降します
- Άρνηση (απλή)
- 沈降しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 沈降しません
- Παρελθόν (απλό)
- 沈降した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 沈降しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 沈降しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 沈降しませんでした
- Τε-μορφή
- 沈降して
- Δυνητική
- 沈降できる
- Προστακτική
- 沈降しろ
- Βουλητική
- 沈降しよう
- Υποθετική (ば)
- 沈降すれば
- Υποθετική (たら)
- 沈降したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 沈降したい
- Απαγορευτική (~な)
- 沈降するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 沈降しなさい
- Παθητική
- 沈降される
- Αιτιατική
- 沈降させる