ちんせい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηρεμώ, καταλαγιάζω, ησυχάζω
  2. 02 ηρεμία, ησυχία, γαλήνη

Κλίση

Παρόν (απλό)
沈静する
Παρόν (ευγενικό)
沈静します
Άρνηση (απλή)
沈静しない
Άρνηση (ευγενική)
沈静しません
Παρελθόν (απλό)
沈静した
Παρελθόν (ευγενικό)
沈静しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
沈静しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
沈静しませんでした
Τε-μορφή
沈静して
Δυνητική
沈静できる
Προστακτική
沈静しろ
Βουλητική
沈静しよう
Υποθετική (ば)
沈静すれば