ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπόθεση, κατάσταση, περιστατικό, ζήτημα, θέμα
  2. 02 ετυμηγορία, καταδικαστική απόφαση
  3. 03 κατευθύνσεις, διαταγές, εντολή, οδηγίες
  4. 04 ειδοποίηση, πληροφορία, επικοινωνία, νέα, μήνυμα, ειδήσεις, ενημέρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
沙汰する
Παρόν (ευγενικό)
沙汰します
Άρνηση (απλή)
沙汰しない
Άρνηση (ευγενική)
沙汰しません
Παρελθόν (απλό)
沙汰した
Παρελθόν (ευγενικό)
沙汰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
沙汰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
沙汰しませんでした
Τε-μορφή
沙汰して
Δυνητική
沙汰できる
Προστακτική
沙汰しろ
Βουλητική
沙汰しよう
Υποθετική (ば)
沙汰すれば