ぼっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βυθίζομαι, δύω
  2. 02 πεθαίνω, αποδημώ εις Κύριον
  3. 03 εξαφανίζομαι, χάνομαι
  4. 04 κατάσχω

Κλίση

Παρόν (απλό)
没する
Παρόν (ευγενικό)
没します
Άρνηση (απλή)
没しない
Άρνηση (ευγενική)
没しません
Παρελθόν (απλό)
没した
Παρελθόν (ευγενικό)
没しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
没しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
没しませんでした
Τε-μορφή
没して
Δυνητική
没できる
Προστακτική
没しろ
Βουλητική
没しよう
Υποθετική (ば)
没すれば