河岸かしえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αλλάζω στέκι (για ποτό, κοινωνικές συναναστροφές κ.λπ.), πηγαίνω κάπου αλλού

Κλίση

Παρόν (απλό)
河岸を変える
Παρόν (ευγενικό)
河岸を変えます
Άρνηση (απλή)
河岸を変えない
Άρνηση (ευγενική)
河岸を変えません
Παρελθόν (απλό)
河岸を変えた
Παρελθόν (ευγενικό)
河岸を変えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
河岸を変えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
河岸を変えませんでした
Τε-μορφή
河岸を変えて
Δυνητική
河岸を変えられる
Προστακτική
河岸を変えろ
Βουλητική
河岸を変えよう
Υποθετική (ば)
河岸を変えれば