かす

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βράζω, θερμαίνω (υγρό), προετοιμάζω (μπάνιο, ζεστό ρόφημα)
  2. 02 εξάπτω, ξεσηκώνω, προκαλώ ενθουσιασμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
沸かす
Παρόν (ευγενικό)
沸かします
Άρνηση (απλή)
沸かさない
Άρνηση (ευγενική)
沸かしません
Παρελθόν (απλό)
沸かした
Παρελθόν (ευγενικό)
沸かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
沸かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
沸かしませんでした
Τε-μορφή
沸かして
Δυνητική
沸かせる
Προστακτική
沸かせ
Βουλητική
沸かそう
Υποθετική (ば)
沸かせば