あぶられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεμένω από λάδι, χρειάζομαι λίπανση
  2. 02 ιδιωματισμός ξεμένω από ενέργεια, χάνω τη φόρα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
油が切れる
Παρόν (ευγενικό)
油が切れます
Άρνηση (απλή)
油が切れない
Άρνηση (ευγενική)
油が切れません
Παρελθόν (απλό)
油が切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
油が切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
油が切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
油が切れませんでした
Τε-μορφή
油が切れて
Δυνητική
油が切れられる
Προστακτική
油が切れろ
Βουλητική
油が切れよう
Υποθετική (ば)
油が切れれば