あぶら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός τεμπελιάζω (στη δουλειά), χασομερώ, καθυστερώ σκοπίμως

Κλίση

Παρόν (απλό)
油を売る
Παρόν (ευγενικό)
油を売ります
Άρνηση (απλή)
油を売らない
Άρνηση (ευγενική)
油を売りません
Παρελθόν (απλό)
油を売った
Παρελθόν (ευγενικό)
油を売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
油を売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
油を売りませんでした
Τε-μορφή
油を売って
Δυνητική
油を売れる
Προστακτική
油を売れ
Βουλητική
油を売ろう
Υποθετική (ば)
油を売れば