油を引く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλείφω με λάδι (π.χ. ένα τηγάνι), λιπαίνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 油を引く
- Παρόν (ευγενικό)
- 油を引きます
- Άρνηση (απλή)
- 油を引かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 油を引きません
- Παρελθόν (απλό)
- 油を引いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 油を引きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 油を引かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 油を引きませんでした
- Τε-μορφή
- 油を引いて
- Δυνητική
- 油を引ける
- Προστακτική
- 油を引け
- Βουλητική
- 油を引こう
- Υποθετική (ば)
- 油を引けば
- Υποθετική (たら)
- 油を引いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 油を引きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 油を引くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 油を引きなさい
- Παθητική
- 油を引かれる
- Αιτιατική
- 油を引かせる