油を注ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρίχνω λάδι σε κάτι, αλείφω με λάδι
- 02 ιδιωματισμός προσθέτω λάδι στη φωτιά (π.χ. σε μια διαμάχη), οξύνω, ενθαρρύνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 油を注ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 油を注ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 油を注がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 油を注ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 油を注いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 油を注ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 油を注がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 油を注ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 油を注いで
- Δυνητική
- 油を注げる
- Προστακτική
- 油を注げ
- Βουλητική
- 油を注ごう
- Υποθετική (ば)
- 油を注げば
- Υποθετική (たら)
- 油を注いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 油を注ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 油を注ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 油を注ぎなさい
- Παθητική
- 油を注がれる
- Αιτιατική
- 油を注がせる