あぶら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιχύσιμο τηγανητών φαγητών με βραστό νερό για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος λαδιού
  2. 02 τεχνική αντοχής στη ζωγραφική πορσελάνης με χρήση τερεβινθέλαιου
  3. 03 εξόρυξη λαδιού, εξολκέας λαδιού, απομάκρυνση λαδιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
油抜きする
Παρόν (ευγενικό)
油抜きします
Άρνηση (απλή)
油抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
油抜きしません
Παρελθόν (απλό)
油抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
油抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
油抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
油抜きしませんでした
Τε-μορφή
油抜きして
Δυνητική
油抜きできる
Προστακτική
油抜きしろ
Βουλητική
油抜きしよう
Υποθετική (ば)
油抜きすれば