油断ならない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ύπουλος, επικίνδυνος, αναξιόπιστος, πανούργος, πονηρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 油断ならない
- Παρόν (ευγενικό)
- 油断ならないです
- Άρνηση (απλή)
- 油断ならなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 油断ならなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 油断ならなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 油断ならなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 油断ならなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 油断ならなくなかったです
- Τε-μορφή
- 油断ならなくて
- Υποθετική (ば)
- 油断ならなければ
- Υποθετική (たら)
- 油断ならなかったら