油濃い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 λιπαρός, βαριά μαγειρεμένος, λαδερός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 油濃い
- Παρόν (ευγενικό)
- 油濃いです
- Άρνηση (απλή)
- 油濃くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 油濃くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 油濃かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 油濃かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 油濃くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 油濃くなかったです
- Τε-μορφή
- 油濃くて
- Υποθετική (ば)
- 油濃ければ
- Υποθετική (たら)
- 油濃かったら