する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεραπεύομαι, ιάομαι
  2. 02 θεραπεύω, ιάομαι
  3. 03 κυβερνώ, διοικώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
治する
Παρόν (ευγενικό)
治します
Άρνηση (απλή)
治しない
Άρνηση (ευγενική)
治しません
Παρελθόν (απλό)
治した
Παρελθόν (ευγενικό)
治しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
治しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
治しませんでした
Τε-μορφή
治して
Δυνητική
治できる
Προστακτική
治しろ
Βουλητική
治しよう
Υποθετική (ば)
治すれば