なおりかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να αναρρώνω, αρχίζω να επουλώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
治りかける
Παρόν (ευγενικό)
治りかけます
Άρνηση (απλή)
治りかけない
Άρνηση (ευγενική)
治りかけません
Παρελθόν (απλό)
治りかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
治りかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
治りかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
治りかけませんでした
Τε-μορφή
治りかけて
Δυνητική
治りかけられる
Προστακτική
治りかけろ
Βουλητική
治りかけよう
Υποθετική (ば)
治りかければ