沼る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδικτυακή αργκό κολλάω (με ένα βιντεοπαιχνίδι, τηλεοπτική σειρά κ.λπ.), εθίζομαι, γίνομαι εμμονικός με κάτι
- 02 διαδικτυακή αργκό βρίσκομαι σε τέλμα, δυσκολεύομαι να σημειώσω πρόοδο, κολλάω (π.χ. σε μια συγκεκριμένη κατάταξη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 沼る
- Παρόν (ευγενικό)
- 沼ります
- Άρνηση (απλή)
- 沼らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 沼りません
- Παρελθόν (απλό)
- 沼った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 沼りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 沼らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 沼りませんでした
- Τε-μορφή
- 沼って
- Δυνητική
- 沼れる
- Προστακτική
- 沼れ
- Βουλητική
- 沼ろう
- Υποθετική (ば)
- 沼れば
- Υποθετική (たら)
- 沼ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 沼りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 沼るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 沼りなさい
- Παθητική
- 沼られる
- Αιτιατική
- 沼らせる