ほうれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρανομώ, παραβιάζω τον νόμο, έρχομαι σε σύγκρουση με τον νόμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
法に触れる
Παρόν (ευγενικό)
法に触れます
Άρνηση (απλή)
法に触れない
Άρνηση (ευγενική)
法に触れません
Παρελθόν (απλό)
法に触れた
Παρελθόν (ευγενικό)
法に触れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
法に触れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
法に触れませんでした
Τε-μορφή
法に触れて
Δυνητική
法に触れられる
Προστακτική
法に触れろ
Βουλητική
法に触れよう
Υποθετική (ば)
法に触れれば