法人化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύσταση εταιρείας, μετατροπή σε νομικό πρόσωπο, ιδιωτικοποίηση (ενός πρότερου δημόσιου φορέα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 法人化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 法人化します
- Άρνηση (απλή)
- 法人化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 法人化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 法人化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 法人化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 法人化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 法人化しませんでした
- Τε-μορφή
- 法人化して
- Δυνητική
- 法人化できる
- Προστακτική
- 法人化しろ
- Βουλητική
- 法人化しよう
- Υποθετική (ば)
- 法人化すれば
- Υποθετική (たら)
- 法人化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 法人化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 法人化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 法人化しなさい
- Παθητική
- 法人化される
- Αιτιατική
- 法人化させる