あわてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπάω (π.χ. αυγά), αφρίζω (π.χ. κρέμα), αναδεύω, δημιουργώ αφρό

Κλίση

Παρόν (απλό)
泡立てる
Παρόν (ευγενικό)
泡立てます
Άρνηση (απλή)
泡立てない
Άρνηση (ευγενική)
泡立てません
Παρελθόν (απλό)
泡立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
泡立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泡立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泡立てませんでした
Τε-μορφή
泡立てて
Δυνητική
泡立てられる
Προστακτική
泡立てろ
Βουλητική
泡立てよう
Υποθετική (ば)
泡立てれば