波なみ

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: は , ぽ

  1. 01 κύμα, κυματισμός, φουσκοθαλασσιά, αφροκύμα
  2. 02 ιδιωματισμός σκαμπανεβάσματα, μεταπτώσεις
  3. 03 διαδοχική προώθηση, ασταμάτητη ορμή, διαδοχή αλλαγών
  4. 04 τάση, ρεύμα, (νέο) κύμα

Παραδείγματα

  • 波なみがあります。

    Έχει κύματα.

  • 海うみには大おおきな波なみがあります。

    Στη θάλασσα έχει μεγάλα κύματα.

  • 人生じんせいには、喜よろこびの波なみも悲かなしみの波なみもあるものです。

    Στη ζωή, υπάρχουν στιγμές χαράς αλλά και στιγμές λύπης.