もんける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ αναστάτωση, προκαλώ αντιδράσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
波紋を投げ掛ける
Παρόν (ευγενικό)
波紋を投げ掛けます
Άρνηση (απλή)
波紋を投げ掛けない
Άρνηση (ευγενική)
波紋を投げ掛けません
Παρελθόν (απλό)
波紋を投げ掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
波紋を投げ掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
波紋を投げ掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
波紋を投げ掛けませんでした
Τε-μορφή
波紋を投げ掛けて
Δυνητική
波紋を投げ掛けられる
Προστακτική
波紋を投げ掛けろ
Βουλητική
波紋を投げ掛けよう
Υποθετική (ば)
波紋を投げ掛ければ