なみかぜてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προκαλώ αναστάτωση, δημιουργώ εντάσεις, φέρνω διχόνοια

Κλίση

Παρόν (απλό)
波風を立てる
Παρόν (ευγενικό)
波風を立てます
Άρνηση (απλή)
波風を立てない
Άρνηση (ευγενική)
波風を立てません
Παρελθόν (απλό)
波風を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
波風を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
波風を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
波風を立てませんでした
Τε-μορφή
波風を立てて
Δυνητική
波風を立てられる
Προστακτική
波風を立てろ
Βουλητική
波風を立てよう
Υποθετική (ば)
波風を立てれば