かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ κάποιον να κλάψει, συγκινώ κάποιον μέχρι δακρύων
  2. 02 θλίβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
泣かす
Παρόν (ευγενικό)
泣かします
Άρνηση (απλή)
泣かさない
Άρνηση (ευγενική)
泣かしません
Παρελθόν (απλό)
泣かした
Παρελθόν (ευγενικό)
泣かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泣かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泣かしませんでした
Τε-μορφή
泣かして
Δυνητική
泣かせる
Προστακτική
泣かせ
Βουλητική
泣かそう
Υποθετική (ば)
泣かせば