かせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κάποιον να κλάψει, συγκινώ κάποιον μέχρι δακρύων
  2. 02 αφήνω κάποιον να κλάψει
  3. 03 θλίβω, στενοχωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
泣かせる
Παρόν (ευγενικό)
泣かせます
Άρνηση (απλή)
泣かせない
Άρνηση (ευγενική)
泣かせません
Παρελθόν (απλό)
泣かせた
Παρελθόν (ευγενικό)
泣かせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泣かせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泣かせませんでした
Τε-μορφή
泣かせて
Δυνητική
泣かせられる
Προστακτική
泣かせろ
Βουλητική
泣かせよう
Υποθετική (ば)
泣かせれば