きを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βιώνω δυσκολίες, υποφέρω από μια κακή εμπειρία, περιέρχομαι σε δύσκολη θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
泣きを見る
Παρόν (ευγενικό)
泣きを見ます
Άρνηση (απλή)
泣きを見ない
Άρνηση (ευγενική)
泣きを見ません
Παρελθόν (απλό)
泣きを見た
Παρελθόν (ευγενικό)
泣きを見ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泣きを見なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泣きを見ませんでした
Τε-μορφή
泣きを見て
Δυνητική
泣きを見られる
Προστακτική
泣きを見ろ
Βουλητική
泣きを見よう
Υποθετική (ば)
泣きを見れば