ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιμάμαι κλαίγοντας
  2. 02 παραιτούμαι από απογοήτευση, αποδέχομαι παθητικά, αναγκάζομαι να συμβιβαστώ με μια κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
泣き寝入りする
Παρόν (ευγενικό)
泣き寝入りします
Άρνηση (απλή)
泣き寝入りしない
Άρνηση (ευγενική)
泣き寝入りしません
Παρελθόν (απλό)
泣き寝入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
泣き寝入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泣き寝入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泣き寝入りしませんでした
Τε-μορφή
泣き寝入りして
Δυνητική
泣き寝入りできる
Προστακτική
泣き寝入りしろ
Βουλητική
泣き寝入りしよう
Υποθετική (ば)
泣き寝入りすれば