泣き崩れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταρρέω κλαίγοντας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 泣き崩れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 泣き崩れます
- Άρνηση (απλή)
- 泣き崩れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 泣き崩れません
- Παρελθόν (απλό)
- 泣き崩れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 泣き崩れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 泣き崩れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 泣き崩れませんでした
- Τε-μορφή
- 泣き崩れて
- Δυνητική
- 泣き崩れられる
- Προστακτική
- 泣き崩れろ
- Βουλητική
- 泣き崩れよう
- Υποθετική (ば)
- 泣き崩れれば
- Υποθετική (たら)
- 泣き崩れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 泣き崩れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 泣き崩れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 泣き崩れなさい
- Παθητική
- 泣き崩れられる
- Αιτιατική
- 泣き崩れさせる