らす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ τις μέρες μου κλαίγοντας, κλαίω μέρα νύχτα, ζω μέσα στη θλίψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
泣き暮らす
Παρόν (ευγενικό)
泣き暮らします
Άρνηση (απλή)
泣き暮らさない
Άρνηση (ευγενική)
泣き暮らしません
Παρελθόν (απλό)
泣き暮らした
Παρελθόν (ευγενικό)
泣き暮らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泣き暮らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泣き暮らしませんでした
Τε-μορφή
泣き暮らして
Δυνητική
泣き暮らせる
Προστακτική
泣き暮らせ
Βουλητική
泣き暮らそう
Υποθετική (ば)
泣き暮らせば