泥む
ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρωχημένο προσκολλώμαι (π.χ. σε παλιές συνήθειες), εμμένω, προσκολλώμαι, είμαι προσκολλημένος
- 02 παρωχημένο συνηθίζω, εξοικειώνομαι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα καθυστερώ, παραμένω (σε κάτι), προχωρώ αργά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 泥む
- Παρόν (ευγενικό)
- 泥みます
- Άρνηση (απλή)
- 泥まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 泥みません
- Παρελθόν (απλό)
- 泥んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 泥みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 泥まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 泥みませんでした
- Τε-μορφή
- 泥んで
- Δυνητική
- 泥める
- Προστακτική
- 泥め
- Βουλητική
- 泥もう
- Υποθετική (ば)
- 泥めば
- Υποθετική (たら)
- 泥んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 泥みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 泥むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 泥みなさい
- Παθητική
- 泥まれる
- Αιτιατική
- 泥ませる