泥どろ棒ぼう

ουσιαστικό, ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλέφτης, διαρρήκτης, ληστής
  2. 02 κλοπή, διάρρηξη, ληστεία

Παραδείγματα

  • 泥棒どろぼうがいます。

    Υπάρχει ένας κλέφτης.

  • 警察けいさつが泥棒どろぼうを捕つかまえました。

    Η αστυνομία έπιασε τον κλέφτη.

  • 昨夜さくや、近所きんじょで泥棒どろぼうに入はいられたと聞きいて、とても心配しんぱいになりました。

    Άκουσα ότι χθες το βράδυ μπήκε κλέφτης στη γειτονιά και ανησύχησα πολύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
泥棒する
Παρόν (ευγενικό)
泥棒します
Άρνηση (απλή)
泥棒しない
Άρνηση (ευγενική)
泥棒しません
Παρελθόν (απλό)
泥棒した
Παρελθόν (ευγενικό)
泥棒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泥棒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泥棒しませんでした
Τε-μορφή
泥棒して
Δυνητική
泥棒できる
Προστακτική
泥棒しろ
Βουλητική
泥棒しよう
Υποθετική (ば)
泥棒すれば