どろぼうらえてなわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία καθυστερημένη δράση, προετοιμασία την τελευταία στιγμή, δρας αφού έχει συμβεί το κακό, φτιάχνεις το σχοινί αφού πιάσεις τον κλέφτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
泥棒を捕らえて縄を綯う
Παρόν (ευγενικό)
泥棒を捕らえて縄を綯います
Άρνηση (απλή)
泥棒を捕らえて縄を綯わない
Άρνηση (ευγενική)
泥棒を捕らえて縄を綯いません
Παρελθόν (απλό)
泥棒を捕らえて縄を綯った
Παρελθόν (ευγενικό)
泥棒を捕らえて縄を綯いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泥棒を捕らえて縄を綯わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泥棒を捕らえて縄を綯いませんでした
Τε-μορφή
泥棒を捕らえて縄を綯って
Δυνητική
泥棒を捕らえて縄を綯える
Προστακτική
泥棒を捕らえて縄を綯え
Βουλητική
泥棒を捕らえて縄を綯おう
Υποθετική (ば)
泥棒を捕らえて縄を綯えば