どろぼう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ιδιωματισμός κάνω κάτι ανόητο, πράττω κάτι άσκοπο, χτυπώ με ραβδί έναν λασπωμένο ορυζώνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
泥田を棒で打つ
Παρόν (ευγενικό)
泥田を棒で打ちます
Άρνηση (απλή)
泥田を棒で打たない
Άρνηση (ευγενική)
泥田を棒で打ちません
Παρελθόν (απλό)
泥田を棒で打った
Παρελθόν (ευγενικό)
泥田を棒で打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泥田を棒で打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泥田を棒で打ちませんでした
Τε-μορφή
泥田を棒で打って
Δυνητική
泥田を棒で打てる
Προστακτική
泥田を棒で打て
Βουλητική
泥田を棒で打とう
Υποθετική (ば)
泥田を棒で打てば