ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπληρώνω, γεμίζω (ποτά, νερό, ρύζι κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
注ぎ足す
Παρόν (ευγενικό)
注ぎ足します
Άρνηση (απλή)
注ぎ足さない
Άρνηση (ευγενική)
注ぎ足しません
Παρελθόν (απλό)
注ぎ足した
Παρελθόν (ευγενικό)
注ぎ足しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
注ぎ足さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
注ぎ足しませんでした
Τε-μορφή
注ぎ足して
Δυνητική
注ぎ足せる
Προστακτική
注ぎ足せ
Βουλητική
注ぎ足そう
Υποθετική (ば)
注ぎ足せば