注す
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 注す χύνω, προσθέτω (υγρό), σερβίρω (ποτά)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 点す βάζω (κραγιόν κ.λπ.), εφαρμόζω, χρωματίζω, βάφω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 注す
- Παρόν (ευγενικό)
- 注します
- Άρνηση (απλή)
- 注さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 注しません
- Παρελθόν (απλό)
- 注した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 注しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 注さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 注しませんでした
- Τε-μορφή
- 注して
- Δυνητική
- 注せる
- Προστακτική
- 注せ
- Βουλητική
- 注そう
- Υποθετική (ば)
- 注せば
- Υποθετική (たら)
- 注したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 注したい
- Απαγορευτική (~な)
- 注すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 注しなさい
- Παθητική
- 注される
- Αιτιατική
- 注させる