ちゅうしゃ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω ένεση με σύριγγα

Κλίση

Παρόν (απλό)
注射を打つ
Παρόν (ευγενικό)
注射を打ちます
Άρνηση (απλή)
注射を打たない
Άρνηση (ευγενική)
注射を打ちません
Παρελθόν (απλό)
注射を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
注射を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
注射を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
注射を打ちませんでした
Τε-μορφή
注射を打って
Δυνητική
注射を打てる
Προστακτική
注射を打て
Βουλητική
注射を打とう
Υποθετική (ば)
注射を打てば