泳がせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αφήνω κάποιον να κολυμπήσει, βάζω κάποιον να κολυμπήσει, απελευθερώνω ψάρια στο νερό, αφήνω τα ψάρια να κολυμπήσουν
- 02 αναγκάζω κάποιον να σκοντάψει προς τα εμπρός, προκαλώ αστάθεια, κάνω κάποιον να παραπατήσει
- 03 αφήνω έναν ύποπτο να κυκλοφορεί ελεύθερος ενώ τον παρακολουθώ, αφήνω κάποιον να παραμένει ασύλληπτος
- 04 κινώ κάτι στον αέρα, κυματίζω (π.χ. τα χέρια μου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 泳がせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 泳がせます
- Άρνηση (απλή)
- 泳がせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 泳がせません
- Παρελθόν (απλό)
- 泳がせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 泳がせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 泳がせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 泳がせませんでした
- Τε-μορφή
- 泳がせて
- Δυνητική
- 泳がせられる
- Προστακτική
- 泳がせろ
- Βουλητική
- 泳がせよう
- Υποθετική (ば)
- 泳がせれば
- Υποθετική (たら)
- 泳がせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 泳がせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 泳がせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 泳がせなさい
- Παθητική
- 泳がせられる
- Αιτιατική
- 泳がせさせる