泳およぐ

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κολυμπώ
  2. 02 διασχίζω με δυσκολία (ένα πλήθος)
  3. 03 τα βγάζω πέρα (στη ζωή)
  4. 04 παραπατώ, χάνω την ισορροπία μου

Παραδείγματα

  • 私わたしは毎日まいにち泳およぎます。

    Κολυμπάω κάθε μέρα.

  • 夏なつには、よく海うみで泳およぎます。

    Το καλοκαίρι, κολυμπάω συχνά στη θάλασσα.

  • 彼女かのじょは幼おさない頃ころから水泳すいえいを習ならっていて、今いまではどんな遠とおい距離きょりでも楽らくに泳およげるようになりました。

    Αυτή από μικρή έμαθε κολύμπι και πλέον μπορεί να κολυμπάει άνετα σε οποιαδήποτε απόσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
泳ぐ
Παρόν (ευγενικό)
泳ぎます
Άρνηση (απλή)
泳がない
Άρνηση (ευγενική)
泳ぎません
Παρελθόν (απλό)
泳いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
泳ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泳がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泳ぎませんでした
Τε-μορφή
泳いで
Δυνητική
泳げる
Προστακτική
泳げ
Βουλητική
泳ごう
Υποθετική (ば)
泳げば