洒落しゃれにならない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δεν είναι καθόλου αστείο, δεν είναι θέμα για γέλια, δεν είναι για πλάκα

Κλίση

Παρόν (απλό)
洒落にならない
Παρόν (ευγενικό)
洒落にならないです
Άρνηση (απλή)
洒落にならなくない
Άρνηση (ευγενική)
洒落にならなくないです
Παρελθόν (απλό)
洒落にならなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
洒落にならなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
洒落にならなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
洒落にならなくなかったです
Τε-μορφή
洒落にならなくて
Υποθετική (ば)
洒落にならなければ