洒落しゃれ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντύνομαι με στυλ, ντύνομαι κομψά
  2. 02 αστειεύομαι, κάνω λογοπαίγνιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
洒落る
Παρόν (ευγενικό)
洒落ます
Άρνηση (απλή)
洒落ない
Άρνηση (ευγενική)
洒落ません
Παρελθόν (απλό)
洒落た
Παρελθόν (ευγενικό)
洒落ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
洒落なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
洒落ませんでした
Τε-μορφή
洒落て
Δυνητική
洒落られる
Προστακτική
洒落ろ
Βουλητική
洒落よう
Υποθετική (ば)
洒落れば