洗い出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκαλύπτω πλένοντας την επιφάνεια, φανερώνω απομακρύνοντας τη βρωμιά, το χώμα κλπ.
- 02 ανακαλύπτω (μέσω έρευνας), φέρνω στο φως, ξεσκεπάζω, ανασύρω, εξετάζω διεξοδικά, διευκρινίζω
- 03 αρχίζω το πλύσιμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 洗い出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 洗い出します
- Άρνηση (απλή)
- 洗い出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 洗い出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 洗い出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 洗い出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 洗い出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 洗い出しませんでした
- Τε-μορφή
- 洗い出して
- Δυνητική
- 洗い出せる
- Προστακτική
- 洗い出せ
- Βουλητική
- 洗い出そう
- Υποθετική (ば)
- 洗い出せば
- Υποθετική (たら)
- 洗い出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 洗い出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 洗い出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 洗い出しなさい
- Παθητική
- 洗い出される
- Αιτιατική
- 洗い出させる